Get Adobe Flash player

Τσακώνικη Διάλεκτος

Ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία κατανομής της διαλέκτου

Η τσακωνική μιλιέται στην Τσακωνιά, περιοχή της επαρχίας Κυνουρίας στον νομό Αρκαδίας της Πελοποννήσου, η οποία εκτείνεται από το ακρωτήριο Λεωνίδιο στον νότο ως τον Άγιο Ανδρέα στον βορρά. Η ιδιαίτερη αυτή γεωγραφική ποικιλία της ελληνικής απαντά κυρίως σε εννέα χωριά της παραπάνω περιοχής: Λεωνίδιο, Πραματευτή, Μέλανα, Σαπουνακέικα, Τυρός (στον νότο) και Πραστός, Καστάνιτσα, Σίταινα, Άγιος Ανδρέας (στον βορρά). Διακρίνεται, λοιπόν, σε βόρεια τσακωνική και σε νότια, η οποία έχει και τους περισσότερους ομιλητές, συνιστώντας το κατεξοχήν τσακωνικό ιδίωμα, την «πρωτοτυπική», ας πούμε, αντίληψη του όρου τσακωνική (βλ. και Χαραλαμπόπουλο 1980, 3). Αναγνωρίζεται, ωστόσο, και μια τρίτη κατηγορία, παραλλαγή της τσακωνικής διαλέκτου, τα λεγόμενα τσακώνικα της Προποντίδας. Αυτά χρησιμοποιούνταν ως τα χρόνια της Μικρασιατικής καταστροφής στα χωριά Βάτκα και Χαβουτσί, στα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας. Όταν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες από τις περιοχές αυτές, εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και στο Χιονάτο του νομού Καστοριάς (βλ. και Κωστάκη 1951).

Χάρτης Τσακωνιάς
Πηγή: Κωστάκης, Θ. 1986. Λεξικό της τσακωνικής διαλέκτου. 1ος τόμ. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Η τσακωνική αποτελεί μία από τις πιο ιδιαίτερες και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις νεοελληνικής διαλέκτου, καθώς εμφανίζει τόσο εντυπωσιακές διαφορές από την κοινή νεοελληνική και από τις υπόλοιπες διαλέκτους,ώστε ηχεί για αρκετούς μη φυσικούς ομιλητές της ως ένα είδος σχεδόν «εξωτικής» γλώσσας (βλ. και Τζιτζιλή 2000,15), μη κατανοητής σε μεγάλο βαθμό. Λόγω αυτών ακριβώς των μεγάλων «αποκλίσεων» από την κοινή νεοελληνική θεωρείται και ως κατεξοχήν διάλεκτος της ελληνικής (μαζί με την ποντιακή και τις καππαδοκικές) και όχι ιδίωμα, βλ. Κοντοσόπουλο 2000, 3). Χαρακτηρίζεται, επίσης, ως αρχαιοπρεπής: κάτι που έχει αντίκρισμα στην πραγματικότητα, αφού η τσακωνική -σε αντίθεση με τις άλλες διαλέκτους- δεν προέρχεται από την ελληνιστική κοινή, αλλά θεωρείται ότι κατάγεται απευθείας από την αρχαία δωρική διάλεκτο της Λακωνίας. Εξωγλωσσικοί παράγοντες, με κύριο αυτόν της απομόνωσης της Τσακωνιάς για αιώνες, εξαιτίας βέβαια της μορφολογίας του εδάφους της, κράτησαν την τοπική γλώσσα της κλειστής αυτής κοινωνίας σχεδόν απαράλλαχτη και υπό τις επιρροές της λακωνικής. Μόνο από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, και σταδιακά, η εξέλιξη των συγκοινωνιών κυρίως -και γενικότερα της τεχνολογίας- κατέστησαν την περιοχή προσβάσιμη (συνδέοντας και μεταξύ τους τα χωριά της Τσακωνιάς), με συνέπειες σε μια σειρά από τομείς, ανάμεσά τους, βέβαια, και στη γλώσσα (βλ.παρακάτω, σύγχρονη κοινωνιογλωσσολογικιή κατάσταση).

2. Κύρια χαρακτηριστικά της διαλέκτου

2.1. Φωνητική-φωνολογία

α. Φωνήεντα: Απόθεμα και φωνηεντικές τροπές

Η τσακωνική έχει τα ίδια φωνήεντα με την κοινή νεοελληνική [a e i o u]. Ωστόσο, παρατηρούνται στην πρώτη φωνητικά φαινόμενα που τη διαφοροποιούν σαφώς από τη δεύτερη -τα οποία σε σημαντικό βαθμό κατάγονται από την αρχαία δωρική. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε τα παρακάτω:

  • Διατηρείται το αρχαίο δωρικό [a] , το οποίο μάλιστα επεκτείνεται και σε νεότερες λέξεις: α μάτη (< μάτηρ“η μητέρα’), ταν τζουρακά (“την Κυριακή’)
  • Στένωση του ε [e] σε [i] πριν από τα οπίσθια φωνήεντα α, ο, ου [a o u] (φαινόμενο μάλλον φωνητικό, καθώς η στένωση δεν ισχύει μόνο σε καταλήξεις θηλυκών ουσιαστικών, π.χ. συκ-ία < συκ-έα, αλλά και σε άλλα ουσιαστικά, π.χ. το κρία < το κρέας -βλ. Μηνά 2004, 536-7).
  • Διατηρείται η αρχαία προφορά του υ ως [u ] <ου> (π.χ. γουναίκα ” γυναίκα’), ή η μεταγενέστερη προφορά του υ ως ημιφώνου (ιού) [i̯u ] μετά από πίσω σύμφωνα, π.χ. λιούκο ’λύκος’, νιούτα ’νύχτα’). Η προφορά του υ ως [u] εμφανίζεται μετά από χειλικά ή ουρανικά, ενώ έχει τεθεί ως υπόθεση ότι η μεταγενέστερη προφορά [i̯u] εμφανίζεται συνήθως μετά από τα υπερωικά [k ɣ x], το λ [l], το ν [n], το σ[s], δηλαδή μετά από σύμφωνα που μπορούν να ουρανωθούν (Μηνάς 2004, 535).
  • Στένωση του ω > ου [AE ɔː] > [u] μέσα στη λέξη π.χ. γρούσσα < γλώσσαούρα < ώρα.
  • Αναπτύξεις φωνηέντων: π.χ. ο ναύτης > ο αναύτα, όπου το α είναι προθετικό, ή αναπτύξεις συνοδιτώνφθόγγων:[a] (π.χ. χαλβάς > χαλαβά), [i] (π.χ. καπινέ<καπνός), [o] (π.χ. κωλοτσία < κλοτσιά) και [u] (π.χ.αβουγό < αβγό).
  • Αποβολές φωνηέντων σε αρχική θέση, π.χ. μυγδαλία < αμυγδαλέα, ή μέσα στη λέξη -π.χ. έρημος > έρμο.

β. Σύμφωνα: Απόθεμα και συμφωνικές τροπές

Ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην τσακωνική και στις άλλες ποικιλίες της νεοελληνικής εντοπίζονται στα σύμφωνα.

  • Εμφανίζονται σύμφωνα που δεν υπάρχουν στην ΚΝΕ, όπως οι δασείς κλειστοί φθόγγοι κ’, π’, τσ”, ένα σπιο λεπτό στο συμφωνικό σύμπλεγμα τσ και δασέα συριστικά. Παρατηρείται, επίσης, ένα παχύ ηχηρόζ̌̌ [ǯ] (από τροπή του ρ), π.χ. ζ̌̌άτσι ’ρυάκι’.
  • Τα λ και ν προφέρονται ως ουρανικά, όταν ακολουθεί ι που προέρχεται από παλαιότερο ε ή αι, π.χ.αμυγδαλέα > μυγδαλίαελαία> ελία.
  • Το γ τρέπεται σε ζ (π.χ. εζού < εγώμούζα < μύγα).
  • Τσιτακισμός: Το κ [k] τρέπεται σε τσ̌ [t∫] μπροστά από ε και ι, π.χ., τσ̌ερέ < καιρόςτσ̌ίπο < κήπος
  • Ρωτακισμός, δηλαδή τροπή σ > ρ σε τελική θέση, π.χ. π’ούρ έσι ’πώς είσαι’, τσούνερ έσι ’τίνος είσαι’∙ επίσης τροπή θ > σ, π.χ. σουλάτσι < θυλάκιον , σουζίδα < θυρίδα >, σάτη < θυγάτηρ >). Τα φαινόμενα αυτά συνιστούν δωρισμούς.
  • Οι τύποι των άρθρων που αρχίζουν με τ το τρέπουν σε d (ηχηροποίηση) από επιρροή ονοματικών και ρηματικών τύπων που τελειώνουν σε  και προηγούνται του άρθρου (π.χ. doυν: των).
  • Αποβολέςσυμφώνων: π.χ. μεταξύ άλλων, με εξαίρεση την Καστάνιτσα και τη Σίταινα, το λ αποβάλλεται σε μεσοφωνηεντική θέση, πριν από οπίσθιο φωνήεν (α, ο, ου -π.χ. αι < λάδιθέου < θέλω), ενώ κάποτε πριν από τα οπίσθια φωνήεντα εξελίσσεται σε ο και πιο συχνά σε ου (αβοάκι < αυλάκι, άβουα < άλλα).
  • Αφομοίωση του σ με το σύμφωνο που ακολουθεί (π.χ. ακκόρ < ασκός), φαινόμενο που έχει υποστηριχθεί ότι είναι δωρικής καταγωγής (Μηνάς, 2004: 545).
  • Επίσης και άλλα φαινόμενα, όπως αντιμεταθέσεις, επενθέσεις κ.λπ..

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις μορφολογικές διαφορές, καθώς και με κάποιες επιρροές από την αρχαία ελληνική σε λεξιλογικό επίπεδο, συμβάλλουν στην αδυναμία -σε σημαντικό βαθμό- κατανόησης της τοπικής διαλέκτου από μη ντόπιους.

2.2 Μορφολογία-μορφοφωνητικά χαρακτηριστικά

Οι πιο αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες της διαλέκτου είναι οι ακόλουθες:

  • Tο θηλυκό άρθρο διατηρεί τύπους από την αρχαία δωρική: α, ταρ, ταν (αντί η, της, την), π.χ. α γούνα (η γούνα), α γουναίκα (η γυναίκα).
  • Διατηρείται το δωρικό α σε τελική θέση αντί του η στα θηλυκά: π.χ. σπουδή > σπούδα.
  • Σε δευτερόκλιτα ονόματα, το ο της κατάληξης -ος τρέπεται σε ε -κατά το πλείστο πριν από φωνήεν ή ζ, σ, λ, ρ,ν,τ: π..χ. φούρνος > φούρνε (για επιπλέον εκδοχές της τροπής βλ. Κωστάκη 1951, 36).
  • Η κατάληξη -ω των ρημάτων, εμφανίζεται με τη μορφή-ου, π.χ. πάου να χορέψ-ου <… -ψω).
  • Στένωση του ε σε άτονο ι στο τέλος λέξης (π.χ. σάτες > σάτσι ’φέτος’).
  • Απαλείφεται το τελικό  στην ονομαστική ενικού αρσενικών ονομάτων: π.χ. καπνός> καπινέ (με ανάπτυξη του ιως συνοδίτη φθόγγου) και ψωμάς> ψωμά.
  • Αποκοπή συλλαβής σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. καταπίνων > καπίνου, αδελφούτσι > αφούτσι και καλά > κα, μέσω αποβολής του λ και έπειτα συναίρεσης αα > α).

Οι αντωνυμίες έχουν πολλές διαφορές από τις αντίστοιχες της ΚΝΕ (βλ, μεταξύ άλλων, Κωστάκη 1951).

2.3 Σύνταξη-περιφραστικοί σχηματισμοί

Ένα πολύ σημαντικό «διακριτικό» χαρακτηριστικό της (μητροπολιτικής) τσακωνικής είναι ο περιφραστικός σχηματισμός του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής φωνής, για τον οποίο χρησιμοποιείται ο ενεστώτας και ο παρατατικός του ρήματος έμι ’είμαι” μαζί με τη μετοχή του ενεστώτα, στο γένος, βέβαια, που απαιτείται: π.χ. έμι έχου ’έχω” για τον ενεστώτα του αρσενικού, έμα έχου για τον παρατατικό του αρσενικού, έμι έχα για τον ενεστώτα του θηλυκού, έμα έχα για τον παρατατικό του θηλυκού.

2.4 Λεξιλόγιο

  • Επίδραση της αρχαίας ελληνικήςΚαθώς η τσακωνική κατάγεται από την αρχαία δωρική διάλεκτο της Λακωνίας, είναι φυσικό ότι περιέχει στο λεξιλόγιό της (κυρίως το μητροπολιτικό ιδίωμα) αρκετές λέξεις που ανάγονται σε αντίστοιχες της αρχαίας ελληνικής, έχοντας, βέβαια, αυτές υποστεί τις αλλαγές (φωνολογικές, μορφολογικές) που υπαγορεύουν τα χαρακτηριστικά του συστήματος (π.χ. ο εψιλέ < αρχ. ο οπτίλος ’το μάτι’, α σάτη < αρχ. η θυγάτηρ ’η κόρη’, ύο < αρχ. υδωρ ’το νερό’, ενέτζε < αρχ. ενεγκεν “έφερε’).
  • Επίδραση της τουρκικής
    Η επιρροή της τουρκικής είναι σχετικά μικρή, λόγω της καθαρότητας του πληθυσμού (Κωστάκης 1951, 191), και είναι μεγαλύτερη στα τσακώνικα της Προποντίδας, για ευνόητους λόγους, όπως συνάγεται από όσα αναφέρθηκαν στην εισαγωγή.
  • Επίδραση της κοινής νεοελληνικής
    Και λεξιλογικά η διάλεκτος έχει επηρεαστεί με την πάροδο των χρόνων σε μεγάλο βαθμό από την κοινή νεοελληνική (με τις αντίστοιχες λέξεις, βέβαια, προσαρμοσμένες -λιγότερο ή περισσότερο- στις φωνολογικές και μορφολογικές ιδιοτυπίες του συστήματος) -βλ. και σύγχρονη κοινωνιογλωσσική κατάσταση, παρακάτω.

2.5 Ιδιαιτερότητες στα τσακώνικα της Προποντίδας

Η μεγάλη πλειονότητα των ιδιαιτεροτήτων που αναφέρθηκαν εμφανίζεται και στα βόρεια, αλλά και στα νότια τσακώνικα, καθώς και σ” αυτά της Προποντίδας. Τα τσακώνικα της Προποντίδας, ωστόσο, έχουν επιρροές από την τουρκική (που δεν υπάρχουν στα μητροπολιτικά τσακώνικα, βόρεια και νότια). Στα τσακώνικα της Προποντίδας, επίσης -σε αντίθεση με τα μητροπολιτικά- παρατηρείται επίταξη του βοηθητικού ρήματος μετά τη μετοχή στους περιφραστικούς τύπους (π.χ. έχω’μα αντί έμα έχου για τον παρατατικό του αρσενικού). Το εν λόγω ιδίωμα, τέλος, διασώζει τις αρχαίες μετοχές του παρακείμενου με τη μορφή -κος,-κα,-κο < αρχ. -κώς, -κυία,-κος (π.χ. καφτωκότα < πεπτωκότα στην αιτιατική) κατά τον σχηματισμό του παρακείμενου και του υπερσυντέλικου, ενώ σε λεξιλογικό επίπεδο διασώζονται αρχαιοπρεπείς, ακόμη και αρχαίες, λέξεις (π.χ. ο αόριστος δράμα του τρέχω και ο αόριστος κράγα του κράζω).

3. Σύγχρονη κοινωνιογλωσσική κατάσταση

Η Τσακωνιά στις μέρες μας έχει αλλάξει πάρα πολύ σε σχέση με το παρελθόν: η πρόσβαση στην περιοχή είναι εύκολη και ταχεία, η επαφή με τους ξένους όλο και μεγαλύτερη, ενώ εδώ και τριάντα χρόνια περίπου έχει εισβάλει στη ζωή των κατοίκων της η τηλεόραση και εδώ και κάποια χρόνια το διαδίκτυο. Παράλληλα, η ευκολία πρόσβασης στην περιοχή και η επαφή με τους ξένους έχουν μεταβάλει σε σημαντικό βαθμό τον χαρακτήρα των επαγγελμάτων των ντόπιων, και έτσι σε πολλές περιπτώσεις οι γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες του παρελθόντος έχουν υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση τους σε επαγγέλματα που σχετίζονται κυρίως με τον τουρισμό. Όλα αυτά φυσικά αντανακλώνται στην εξέλιξη και στις τύχες της τοπικής διαλέκτου, που πλέον μιλιέται από όλο και λιγότερα άτομα. Στη θέση- της επικρατεί η κοινή (με φαινόμενα ιδιότυπηςπαρεμβολής για τις περιπτώσεις δίγλωσσων ομιλητών που χρησιμοποιούν παράλληλα και τις δύο, βλ. Χαραλαμπόπουλο 1980, 5). Η υποχώρηση της διαλέκτου εμφανίζεται ειδικότερα σε σχέση με τους νεανικούς πληθυσμούς, που διδάσκονται αποκλειστικά την κοινή στο σχολείο, αφού χρησιμοποιείται από τους διδάσκοντες -και υιοθετείται και από τους διδασκόμενους- το, εν μέρει βάσιμο, επιχείρημα ότι η χρήση της τοπικής διαλέκτου δεν παρέχει πλέον στους τελευταίους καμία προοπτική σε σχέση με την καθημερινότητα και με το μέλλον τους, ειδικότερα το επαγγελματικό. Αν κάποια μορφή διατηρείται περισσότερο, αυτή είναι η νότια τσακωνική. Ωστόσο, ακόμη και στις περιοχές του νότου, και κυρίως στο Λεωνίδιο, καθώς οι επαφές με τους ξένους είναι πολύ περισσότερες από ό,τι αλλού, η τοπική διάλεκτος χρησιμοποιείται σπάνια σε δημόσιο χώρο, και μόνο από άτομα προχωρημένης ηλικίας. Ακόμη περισσότερο, βέβαια, ισχύει το ίδιο στο βόρειο τμήμα, στον Άγιο Ανδρέα δηλαδή, καθώς αποτελεί παραμεθόρια περιοχή.

Γενικά, θα λέγαμε ότι η τοπική διάλεκτος «ψυχορραγεί». Η μόνη «αντίσταση» προβάλλεται κατά τη χρήση της από ντόπιους προχωρημένης (ή μεγαλύτερης) ηλικίας, καθώς και κατά τη χρήση της όταν το επιβάλλουν (σε περιορισμένες, βέβαια, περιπτώσεις) οι περιστάσεις επικοινωνίας, το θέμα της συζήτησης και/ή άλλοι εξωγλωσσικοί παράγοντες. Όποια πάντως κι αν είναι η τύχη της τσακωνικής στο μέλλον (με την πλάστιγγα βέβαια να γέρνει προφανώς προς την αρνητική εκδοχή της απώλειας), αξίζει σίγουρα να ερευνηθεί σε βάθος, με ακόμη περισσότερο επισταμένες έρευνες: η ιδιαιτερότητά της και η απόκλισή της από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα ή διάλεκτο σαφώς προκρίνει κάτι τέτοιο, αν δεν το υποβάλλει κιόλας. Από την πλευρά τους, οι διδάσκοντες μπορούν σταδιακά να αντικαθιστούν -για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω- τον διαλεκτικό λόγο των παιδιών με στοιχεία της κοινής (χωρίς ωστόσο- και αυτό είναι το πιο σημαντικό- να υποτιμούν τη διάλεκτο και όσους την χρησιμοποιούν) και να τα καθοδηγούν στον σεβασμό -και όχι στην απαξίωσή της (βλ. και Μηνά 2004).

Νάσος Κατσώχης

Βιβλιογραφία.

  1. ΚΩΣΤΑΚΗΣ, Θ. Π. 1951. Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου. Διδακτορική διατριβή. Αθήνα.
  2. ΚΟΝΤΟΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. Γ. [1981] 2000. Διάλεκτοι και ιδιώματα της νέας ελληνικής. 3η έκδ. Αθήνα: Γρηγόρης
  3. ΜΗΝΑΣ, Κ. 2004. Φωνητικά ισόγλωσσα Τσακονιάς και Μάνης. Στο Μελέτες Νεοελληνικής διαλεκτολογίας. Αθήνα: τυπωθήτω
  4. ΤΖΙΤΖΙΛΗΣ, Χ. 2000. Νεοελληνικές διάλεκτοι και νεοελληνική διαλεκτολογία. Στο Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης (σε συνεργασία με τη Μ. Αραποπούλου και τη Γ. Γιαννουλοπούλου), 15-22. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ & Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
  5. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ, Α. 1980. Φωνολογική ανάλυση της τσακωνικής διαλέκτου. Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ.

Λέξεις Κλειδιά σε αναζητήσεις: